- ἀνεξάλλακτος
- ἀν-εξ-άλλακτος, unveränderlich
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ανεξάλλακτος — ἀνεξάλλακτος, ον (AM) αμετάβλητος … Dictionary of Greek
ἀνεξάλλακτος — unchangeable masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνεξαλλάκτως — ἀνεξάλλακτος unchangeable adverbial ἀνεξάλλακτος unchangeable masc/fem acc pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνεξάλλακτον — ἀνεξάλλακτος unchangeable masc/fem acc sg ἀνεξάλλακτος unchangeable neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνεξαλλάκτου — ἀνεξάλλακτος unchangeable masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνεξαλλάκτων — ἀνεξάλλακτος unchangeable masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνεξάλλακτοι — ἀνεξάλλακτος unchangeable masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ԱՆՓՈԽԱԴՐԵԼԻ — (լւոյ, լեաց.) NBH 1 0252 Chronological Sequence: Unknown date, 5c, 8c, 10c, 12c ա. ἁμετάθετος, ἁμετάβολος, ἁνεξάλλακτος immutabilis, invariabilis, integer servatus Որում չէ մարթ փոխադրիլ. անփոփոխելի. անյեղլի. եւ Անայլայլելի. անշարժ. հաստատուն.… … հայերեն բառարան (Armenian dictionary)